Θέμος Κορνάρος, Οι άγιοι χωρίς μάσκα -αγοράκια στο Άγιο Όρος | Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

στις

[ΘΕΜΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ….Κορνάρος – Οι άγιοι χωρίς μάσκα – 5η συνέχεια]

kornaros24.12.15Από την ιστοσελίδα του Γιώργου Σαραντάκου 

Από τα τρίγυρα μοναστήρια και κελιά, μαζευτήκανε σήμερα οι πατέρες, στις Καρυές.

Χειροτονείται ένας νέος ρασοφόρος σε διάκο.

Είναι μεγάλο μυστήριο η χειροτονία του Διάκου. Γι’ αυτό πανηγυρίζουνε οι πατέρες. Καμπάνες χτυπούνε γιορτάσιμα, λόγοι γίνουνται, τραπέζια στρώνουνται με πλούσια ποικιλία φαγητά.

Χαρά στο γέροντα που θα μπορέσει να βγάλει ένα διάκο από τους υποταχτικούς, που θα περάσουνε απ΄τα χέρια του.

Δεν είναι μικρό πράμα αυτό. Ο υποψήφιος ξεμολογιέται στον πνεματικό τού «Άξιον Εστί», έτσι λέγεται το κελί του πνεματικού.

Και μια που τo ’φερε έτσι η σειρά, μάθετε, πως έχει το λόγο του που λέγεται Εστί το κελλί.

Ο πνεματικός που κάθεται τώρα εκεί, λένε οι κακές γλώσσες, πως δολοφόνησε το γέροντα του, για να μη μείνει αιωνίως του υποταχτικός. Τον τρόπο του τον είχε ο γέροντας. Και φλουριά κρυμμένα είχε και λίρα στερλίνα με το καλημαύχι μετρούσε καθ’ αργά.

Μα μ’ όλες τις ανασκαφές που γίνηκαν ύστερα απ’ το σκοτωμό του, δε βρέθηκε τίποτε απ’ το μεγάλο θησαυρό. Κι ο καλογεράκος σκεφτότανε τη φτώχια του ένα βράδυ, λυπημένος, κρατώντας βαρύ το κεφάλι του μέσα στις παλάμες.

Κείνη τη στιγμή μια εικόνα, δεν ξέρω ποιανού αγίου, χτύπησε τρεις φορές στον τοίχο που κρεμότανε! Κι ύστερα μίλησε. Κι έπειτα το’ ριξε στην ψαλτική. Το κελί πλημμύρισε από μια πρωτάκουστη μελωδία. Ο καλόγερος – ο σημερινός πνεματικός – απόμεινε κόκκαλο! Η εικόνα έψαλλε το «Άξιον Εστί» τρεις φορές! Έτσι το ’μαθε καλά ο πνεματικός.

Την επομένη κόσμος και κόσμος πλημμύρισε το κελί. Τη θαματουργή εικόνα την σκεπάσανε τ’ ασημικά και τα χρυσάφια.

Αφιερώματα από παντού φτάνανε κάθε μέρα στο κελί τού «Άξιον εστί».

Κι οι καλόγεροι κάμανε πνεματικό επίσημο του Όρους τον ιδιοχτήτη του κελιού.

Και τι πνεματικός! Νικοδημήτης. Ο πρώτος Νικοδημήτης στο Άγιο Όρος. Δεν είναι μικρή δουλειά αυτό. Το εξομολογητάριο του αγιορείτη Νικόδημου είναι φωτιά, καταμόναχη φωτιά, για τον παραστρατημένο «Πατέρα».

Τα τελευταία χρόνια κανένας πνεματικός του Όρους, δε χρησιμοποίησε αυτό το ξομολογητάρι ως οδηγό του. Μόνο ο γέρο Σοφρώνιος προσπάθησε, μα στο κεφάλαιο που πρόκειται για την εξομολόγηση του υποψήφιου διάκου τα μπέρδεψε. Τα βρήκε ζόρικα.

Γι’ αυτό είναι τεράστιο πράμα το να ξομολογηθεί κανένας σήμερα στον αυστηρό Νικοδημήτη πνεματικό τού «Άξιον εστί».

Δυο σελίδες από το ξομολογητάρι, που οι άλλοι τις καρφιτσώνανε μαζί-μαζί, τις απομονώσανε, αυτός τις άνοιξε, εφάρμοσε τις οδηγίες που ’ναι γραμμένες κι εκεί.

Τιμή στο γέροντα που δεν τρομάζει, όταν θα στέκεται ο υποταχτικός του μπροστά στον πνεματικό που κρατά ανοιχτές αυτές τις σελίδες. Φαινόμενο, θάμα, είναι ο υποψήφιος διάκος που δε θα τρέμουνε τα ποδάρια του, όταν ακούει να διαβάζεται η σχετική περικοπή: «Ο υποψήφιος διάκονος πρέπει να ερωτηθεί παρά του πνευματικού εάν η ανθρωπίνη φύσις τριβήν εποιήσατο περί την οπισθίαν οπήν, ή εάν εισήλθεν εν αυτή και συνάμα ροήν εποιήσατο. Και εν μεν τη πρώτη περιπτώσει επιβάλλεται…κ.λ.π.».

Λοιπόν, του διάκου που χειροτονείται σήμερα δεν τρεμουλιάσανε τα γόνατά του την ώρα της εξομολόγησης.

Ο γέροντάς του έχει πεθάνει από χρόνια πολλά, δέκα μόνο μέρες ζήσανε μαζί. Μήτε «τριβές» μήτε «ροές» μήτε λυγίσματα και τρεμουλιάσματα τρομάρας εμποδίζανε τη χειροτονία.

Πως πέθανε ο γέροντάς του νωρίς δε θα πει τίποτε. Εδώ πιστεύουνε και στην επέμβαση του νεκρού….όπως πιστεύουνε και στην άσπορη σύλληψη της Παναγιάς. Κι ο μακαρίτης, είναι γνωστό, πως δε σηκώθηκε από το μνήμα του.

Τ’ άλλα καλογεροπαίδια με ζήλεια παρακολουθούνε το μυστήριο της χειροτονίας του καινούριου διάκου. Ποτέ δε θα μπορέσουνε αυτά να γίνουνε διάκοι. Κι αυτό που λένε συναμεταξύ τους κρυφά σιγανά, πως: «Έπρεπε να ρωτούνε το γιατρό πριν της χειροτονίας» το λένε από ζήλεια ασφαλώς και ποτέ δε θα θέλανε το γιατρό για δικό τους λογαριασμό.

Πολλές φορές κατηγορήσανε τους αγιορείτες για «ντεμπελόσκυλα» που νοιάζονται μόνο για το στομάχι και το χουζούρι τους.

Δεν είχανε δίκιο. Παραβλέψανε αυτό το αθάνατο εξομολογητάρι του δασκάλου Νικόδημου. Είναι ένα τρανό δείγμα της πνεματικής παραγωγής σε τούτο τον τόπο.

Και μόνο αυτή η περικοπή, για τη χειροτονία του διάκου, αν είχε γραφτεί, θα ’ταν αρκετή για ν΄αντιπροσωπεύσει τη χώρα του Άθω στον κόσμο της σοβαρής πνευματικής δημιουργίας.

Κι ο πάτερ Ανανίας το νοιώθει αυτό, το καταλαβαίνει καλά. Κι όταν εύχεται στο νεοφώτιστο: «ενάρετον και τον υπόλοιπον βίον και να θελήσει ο Κύριος να ομοιάσει τους μεγάλους διδασκάλους του Όρους» εννοεί το Νικόδημο και τους άλλους πνευματικούς δημιουργούς.

Ο διάκος κοιτάζει χάμω από σεβασμό. Ασάλευτος ακούει τα λόγια του Ανανία, που γίνηκε, ζώντας ακόμα, άγιος.

Και μια που το ’φερε η σειρά, όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πάτερ Ανανίας ο Κουτλουμουσιανός, φεύγει από το μοναστήρι 4 βδομάδες το χρόνο. Εξαφανίζεται. Κανένας δε θα ’ξερε τι γινότανε όλον αυτό τον καιρό, αν κάποιοι κυνηγοί δεν τον βρίσκανε στην κορυφή του Άθω. Εκεί σε μια σπηλιά, γονατιστός, νηστικός, άγρυπνος, προσεύχεται όλες αυτές τις μέρες, για τη σωτηρία του κόσμου…

Άλλο πράμα είναι το ότι τον έπιασε η αστυνομία – κατά διαβολική σύμπτωση – ακριβώς σε μια τέτοια περίοδο να ξεφορτώνει στις αχτές της Καλλιάγρας τσιγαρόχαρτο, καπνό και χασίς.

Αυτά τα πράματα θα του τα πέταξε επίτηδες στο δρόμο του, ο μεγάλος πειρασμός. Κι αυτός τα πήρε, για πείσμα του Σατανά, να στείλει όξω από τον τόπο του Θεού, στη Χαλκιδική και στη Μακεδονία. Μα στην ώρα τον έπιασε η αστυνομία και του στοίχισε αυτή η υπόθεση 60 χιλιάδες δραχμές.

Κι ο Θεός μόνο ξέρει, πώς το βρήκε ο άγιος Ανανίας αυτό το ποσό!

Μα εδώ ίσα-ίσα φάνηκε η δύναμη και η αρετή αυτού του εκλεχτού του Θεού.

Δεν απογοητεύτηκε. Δε βαρυγκόμιασε ενάντια στο φτωχό αμαρτωλό, που τον είπε και τον κατάγγειλε για λαθρέμπορα.

Αντίθετα. Αμέσως ξαναγύρισε στη σπηλιά της προσευχής, για να επικοινωνήσει με το Θεό, να παρακαλέσει για τη σωτηρία του καταδότη.

Μεγάλη ψυχή! Ανυπολόγιστα δυνατή κι ενάρετη ψυχή ο Ανανίας!!…

Γι’ αυτό στον γυρισμό του, όταν του ξαναπέταξε στο δρόμο του ο Διάβολος πάλι πακέτα, γεμάτα σύνεργα του Σατανά, τα ξαναπήρε.

Τον ξαναπιάσανε. Μα τι σχέση έχει; Σε κάθε τέτοια περιπέτεια νικούσε κι από μια φορά το Σατανά….

Εκεί, στις αχτές της Καλλιάγρας, ανταμώσαμε ένα βράδυ, εγώ αυτός κι ο Σπύρος ο Κουμπής. Μας γιόμισε και τις τσέπες καπνό….

Γι’ αυτό τώρα, τη στιγμή που συμβουλεύει τον καινούριο διάκο, με λοξοκοιτάζει. Όχι πονηρά, όχι εχθρικά. Έτσι σαν καταναλωτή των «αμαρτωλών πραγμάτων», που του πετούσε στο δρόμο του ο πειρασμός, για …πειρασμό και σκανδαλισμό…

Αυτά τα πράματα, αυτοί οι συλλογισμοί με κάνανε ν’ αφαιρεθώ και να μη μπορώ να σας περιγράψω την τελετή της χειροτονίας.

Μα και πως θα την περίγραφα τι θα ’βγαινε; Είναι ένα «μυστήριο», μια τελετή τέλος πάντων για…το θρίαμβο της αρετής και της εγκράτειας, μέσα σε τούτο τον τόπο με τα τάγματα των Εωσφόρων, των διαβόλων και των διαβολάκων.

«Ο Θέμος Κορνάρος «ο κουμπάρος» την ώρα της κουβέντας» (Σχέδιο του Γ. Φαρσακίδη, 1950)

Την ώρα που διαλυότανε ο κόσμος, ύστερ’ από την τελετή, ένας μαυρογένης, ψηλός, ξερακιανός καλόγερος, άρπαξε τον «πάτερ-Παΐσιο» το δοντογιατρό από τα γένια. Τον αγριοκοίταξε, του τάνυσε δυο τρεις φορές πέρα δώθε τη γενειάδα, κι ύστερα τον τραβούσε έτσι και ακολουθούσανε την πομπή.

Η αφορμή ήτανε ασήμαντη.

Ο ασκητής είχε αφιερώσει στην εικόνα τ’ άγιου Παντελεήμονα, μια εγγλέζικη λίρα.

Ο καλόγερος δοντογιατρός την πήρε και την έκαμε τόντια. Δυό δόντια, που τα πέρασε στην κάτω μασέλα του «πάτερ-Αβέρκιου» του Κελλιώτη. Αυτουνού που πέθανε αργότερα από παραφόρτωμα του στομαχιού.

Τίποτε άλλο….

Κανένας ασκητής δε σκέφτηκε να μπει στη μέση. Δεν χωνεύανε τον Παΐσιο για δυό λόγους: ήτανε δοντογιατρός, που πάει να πει «βάζω χέρι στα έργα του Θεού». Ύστερα ήτανε και πλούσιος.

Μα δε φτάνει αυτό. Τα πλούτια του τα ’κανε σε βάρος τους. Κι αν δε κουραστήκατε, ακούσετε πώς τα κατάφερε, με ποιο τίμιο τρόπο τ’ απόχτησε.

Οι καλόγεροι του Άγιου Όρους έχουνε ένα προνόμιο, σαν αγιασμένοι ανθρώποι που είναι: να ψωνίζουνε όλα τα είδη, από το ψωμί ως τη βελόνα, από την «Ελεύθερη ζώνη» της Θεσ/κης αφορολόγητα. «Τράνζιτο» όπως το λένε. Έτσι τη ζάχαρη την έχουνε με 4 δραχμές, το ρύζι τους με 3½, στο στάρι με τη σχετική αναλογία κτλ.

Ο Παΐσιος λοιπόν, οικονόμος άνθρωπος, καλός νοικοκύρης, με τη λίρα που περίσσεψε από τα δόντια του Αβέρκιου, με το λαδάκι που έσταζε από τα καντήλια, με τη ρακή που πήγαινε στη Θεσ/κη για να μην υπάρχει στο Όρος αυτή η βρωμιά, κατάφερε να ’χει μερικά παραδάκια.

Λίγα παραδάκια βέβαια μα την δουλειά του την έκανε. Τα τράνζιτα όλα μαζευόντουσαν στην πρώτη αποθήκη -στα υπόγεια του κελιού του. Αργότερα σιγά-σιγά, μεταφέρνονταν στη δεύτερη αποθήκη – στην Καβάλα. Αυτό το κανόνιζε η ζήτηση.

Τώρα το ότι μεταφέρνουνται καθόλου στο Αγ. Όρος αυτά τα εμπορεύματα, δεν είναι στο παθητικό του καλού εμπόρου.

Σε βλογημένο τόπο μπαίνουνε. Βλογημένα βγαίνουνε. Μέσα στα πακέτα με τα πανικά, τοποθετούνε και τις νταμιτζάνες της ρακής. Έτσι προφυλάγουνται….από το σπάσιμο. Μόνο από το σπάσιμο. Είναι το λοιπόν γιά δεν είναι έξυπνος και καλός εμποράκος ο πάτερ Παΐσιος, ο δοντογιατρός του Όρους;

Πώς να μη τον φτονήσουνε λοιπόν οι ασκητές;

Είναι να τους σιχαίνεται κανένας όπως βλέπει τη χαιρεκάκια τους, να ξεχειλά απ΄τα μάτια τους καθώς τον βλέπουνε να τον τραβούνε απ’ τα γένια και τον στραπατσέρνουνε σαν …αγιογδύτη, σαν κατεργάρη τοκογλύφο, αυτό το σεβάσμιο ασκητή, όξω στην αυλή της εκκλησίας του Πρωτάτου.

Ωστόσο, το ξέρουνε καλά, πως θα του τα ξαναδώσουνε τα τράνζιτα μισοτιμής….

«Όλον τον κόσμο τον τσάκισε η οικονομική κρίση. Γιατί το Αγ. Όρος δεν έπαθε τίποτε;»

Είναι τα λόγια του Ανατόλιου του Οικονόμου του μοναστηριού Κουτλουμούση. Μας τα ’λεγε, όταν σκάβαμε τ΄αμπέλια στην Καλλιάγρα.

Δεν ξέρω τι μου ’ρθε να τα θυμηθώ τούτη στη στιγμή.

Μ’ αυτό δεν μ’ εμποδίζει να θυμούμαι και την απάντηση του Σπύρου:

«Γέροντα, πόσο κάνουνε 4+5; Δηλαδής μια οκά ζάχαρη και μια οκά καφές; Εννιά δεν κάνουνε; Εν τάξει. Και 25+78; Πάλι μια οκά ζάχαρη και μια οκά καφές 103 δεν μας κάνουνε; Δε με κάνετε λέω γω και μένα τίποτις…πορτάρη γιά καμπανάρη στο μοναστήρι;»

Ακόμη θυμάμαι πως ο πάτερ Ανατόλιος απάντησε έτσι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτ…Γιάννη δυό δικελιές να δίνεις. Όχι ψευτοδουλειές…»

Α! αυτό ίσως μου ’ρθανε στο νου, γιατί ο Ανατόλιος μόνο προσπάθησε να συμβιβάσει αυτούς που μαλλιοτραβιόντουσαν. Κι άκουγα την επιχειρηματολογία του….

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτά όλα, δεν είναι παρά αμυδρή εικόνα, μιας πραγματικότητας. Κι η πραγματικότητα αυτή δεν είναι άλλο από το βρυκολακιασμένο ρασοκρατικό Μεσαίωνα. Κι εμείς κυβερνούμαστε από βρυκόλακες.

Αδιάφοροι, δουλοπρεπείς, χαμοζωίτες, καραγκιοζοπαίχτες (στην καλύτερή μας εκδήλωση) καθόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια κι αφήνουμε το βρωμερό βρυκόλακα να πιπιλάει το αίμα και την αθρωπιά μας.

Δεν είμαι ο πρώτος που βλέπει αυτούς τους εξευτελισμούς, που γίνουνται σε βάρος μιας ολάκερης εποχής, μιας ακέριας εργαζόμενης ανθρωπότητας.

Κι άλλοι, με χίλια μάτια πάρα πάνω από μένα, τα ’δανε τα αίσχη αυτά. Ποιητές, δημοσιογράφοι, λόγιοι, ανθρώποι του Νόμου, υπεύθυνοι άρχοντες, πατήσανε και ζήσανε στην αμαρτωλή αυτή γη.

Κανένας δε μίλησε. Ο Νόμος κοιμήθηκε. Η πολιτεία, συστηματικά κι επίσημα σκέπασε πάντα αυτό τον κοπρόλακκο, στον οποίο φυτρώνουνε οι άγιοι λαθρέμποροι, οι όσιοι σαρκέμποροι, οι μεγαλόμαρτυρες παιδεραστές και δολοφόνοι.

Γι’ αυτούς που και ο χαρακτηρισμός «χτήνη» θα ’τανε αλαφρός, αν δεν πρόσβαλλε τα εργατικά ζώα, θυσιάσαμε και θυσιάζουμε ζωές, πληθυσμούς ολάκερους, πολιτισμό, ηθική, ανθρώπινη υπόσταση.

Μην ξεχνάει κανένας την τραγωδία της Χαλκιδικής. Και τότε δε θα ξεχάσει και τους χριστιανούς του Άθω.

Φοβηθήκανε μη δώσουνε μια δεκάρα στους σεισμοπαθείς, που σταθήκανε οι σκλάβοι τους οι αλύτρωτοι, 10 συνεχόμενους αιώνες. Κλειστήκανε στο Κράτος τους. Βάλανε φύλακα, αμπελικό, το επίσημο ελληνικό Κράτος: διατάξανε τον πολιτικό γενικό διοικητή, να υπογράψει διαταγή, που ν’ απαγορεύει την είσοδο σε κάθε άνθρωπο και «προ πάντων στους δημοσιογράφους». Κι αυτό καταλαβαίνετε γιατί: για να κρύψουνε την ψευτιά που διαδώκανε πως είχε τάχα σοβαρές ζημιές και τ’ Άγιον Όρος. Που μεταφράζεται σε απλούστερη νεοελληνική γλώσσα: για να φυλάξουνε τα πλούτια τους και τα χρυσάφια τους. Για να εξασφαλίσουνε την οικοδομήσιμη ξυλεία, που σαπίζει στις παραλίες του Όρους, 3-4 χρόνια απούλητη κι αζήτητη.

Και το Κράτος, δούλος υπάκουος και ταπεινός του μεσαιωνικού Κράτους, εσφράγισε αυτή την ψευτιά του καλόγερου, με τη σφραγίδα την επίσημη.

Εφορολόγησε τον εργάτη και τον αγρότη, μάζεψε απ’ αυτούς 15 εκατομμύρια δραχμές (σταγόνες αίμα θα ’λεγα) για ν’ αγοράσει την οικοδομήσιμη ξυλεία, που χρειαζότανε για την πρόχειρη στέγαση των σεισμοπαθών.

Η περισσότερη ξυλεία που χρησιμοποιήθηκε είναι ντόπια. Δηλαδή αγιορείτικη. Που θα πει: πλερώσαμε κι από πάνω, ακριβά-ακριβά, τη θηριωδία, την εγκληματικότητα των άγιων Μπαμπάνηδων και των όσιων Γιαγκούληδων της χριστιανικής πολιτείας του Άθω.

Μα και κάτι άλλο έχω να πω: όσοι πατήσανε τον τόπο αυτό, θα παρατηρήσανε ένα πράμα: νερό να ζητήσεις ή ψωμί, μπορεί να μη σου δώσουνε οι θησαυροφύλακες του Θεού. Κρασί όμως με τη στάμνα σε ποτίζουνε. Κι αυτό έχει το λόγο του.

Σκλάβοι χρειάζουνται να δουλέψουνε τη Γη, για να θρέψουνε τα γουρούνια του Όρους. Μα πρέπει να δουλέψουνε τσάμπα. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να ξεριζωθεί απ’ τον άνθρωπο, η καρδιά κι η συνείδηση και να παραλύσουνε τα νεύρα. Ο αλκοολισμός είναι ο βοηθός για τη δημιουργία αυτών των ανθρώπινων ομοιωμάτων. Και τον καλλιεργούνε με μαστοριά μοναδική οι ρασοφόροι παραμορφωτές της «φύσης».

Λίγοι εργάτες απ’ αυτούς που μπαίνουνε στο Άγιον Όρος, καταφέρνουνε να φύγουνε.

Σ’ όλη τους τη ζωή γυρνούνε αλήτες στο περιβόλι της Παναγιάς παρακαλώντας να τους πάρουνε οι ασκητές στη δουλειά τους, μόνο για ένα ξεροκόμματο ψωμί.

Κι αυτά όλα για να εξασφαλίσουνε την άνεση στους αγιορείτες, να επιδίδονται αποτελεσματικότερα στα λαθρεμπόρια, στη παραλυσία, στις δολοφονίες και στη συγγραφή Νικοδημήτικων πορνογραφημάτων.

Να σκεφτεί κανένας ποια υπηρεσία προσφέρουνε στο σύνολο το κοινωνικό, αυτά τα αλητόσκυλα, απέναντι στ’ αγαθά που χαίρουνται είναι ν’ ανατριχιάσει και να σιχαθεί τον άνθρωπο με την εγκληματική ανεχτικότητά του.

Δουλειά τους είναι η απάτη. Τίποτε άλλο. Απατούνε και τον ίδιο τους εαυτό. Απατούνε το Κράτος και ζούνε απ’ τα ταμεία του. Απατούνε το χωρικό και τον εργάτη και τους κλέβουνε.

***
Ο συγγραφέας σε επίσκεψη στο γραφείο του Λένιν στη Μόσχα

Απατούνε τη μάνα και της παίρνουνε το παιδί της.

Αυτό το τελευταίο έχει ξεχωριστή σημασία: δεν περνά χρόνος – έχουμε ακούσει όλοι – που να μη χαθούνε κάμποσα παιδάκια από 6-8 χρονών. Οι Εβραίοι χρειάζονται τέτοιας ηλικίας χριστιανόπαιδα για το Πάσχα τους, μας έχουνε μάθει να πιστεύουμε. Κι όμως δεν τα χρειάζονται οι Εβραίοι παρά οι Άγιοι του Άθω, για το κρεβάτι τους, για μηχανές της ηδονής.

Μάλιστα. Εκεί πρέπει ν’ αναζητηθούνε τα παιδιά, που χαθήκανε και που χάνονται ταχτικά.

Υπάρχουνε σ΄αυτό το διαφθορείο παιδιά από 14 χρονώ και πάνω, που δεν ξέρουνε ούτε μάνα ούτε πατέρα. Τα ονόματά τους τα ’χουνε ξεχάσει. Την πατρίδα τους δεν την θυμούνται. Μόνο από κάτι μικροεπεισόδια, από κάποιες θαμπές αναμνήσεις σου δίνουνε να καταλάβεις από ποια ηλικία τα μαζέψανε οι τίμιοι αυτοί άνθρωποι με τις χίλιες μάσκες και τον βούρκο τον ψυχικό.

Και το νόστιμο είναι πως η εισαγωγή των παιδιών που γίνεται με την απάτη, ή με τους ειδικούς πράχτορες, δεν είναι αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες του Όρους. Γι’ αυτό όταν ο Βενιζέλος πήγε στο Βατοπέδι, το πρώτο παράπονο που του κάνανε οι καλόγεροι ήτανε πως «η αστυνομία απαγορεύει την είσοδο …παιδιών στο Όρος».

Η απάντηση του πρωθυπουργού ήτανε, να καλέσει τον αστυνομικό διοικητή του ¨Ορους (τον ανθυπασπιστή Τσαπάκη) να του ζητήσει σχετικές εξηγήσεις. «Εκτελώ ανωτέρας διαταγάς». Έτσι του απάντησε ο αστυνομικός.

«Εγώ καταργώ κάθε προηγούμενη διαταγή».

Μ’ αυτά τα λόγια ο πρωθυπουργός εσφράγισε την ελεεινή διαταγή, που επιτρέπει στους ρασοσατύρους να εξασκούνε ελεύθερα το εμπόριο της παιδικής σάρκας.

ΚΑΤΗΓΟΡΩ, μπροστά στο μεγάλο λαϊκό δικαστήριο, τη σπείρα των αγιορειτών και τους συνενόχους της.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΩ, στον φορολογούμενο λαό, στον κόσμο των πεινασμένων και των απόκληρων της ζωής, τη διπλή εκμετάλλευση που τους γίνεται, για χάρη των 4 χιλιάδων παρασίτων του αμαρτωλού βουνού.

ΔΕΙΧΝΩ με ονόματα πραγματικά, τους κακοποιούς.

Καθόλου δεν απευθύνομαι προς τους υπεύθυνους άρχοντες κι ούτε ζητώ του κακού τη γιατρειά απ’ τις αρχές.

Στους φθισικούς, στους άστεγους, στους πεινασμένους, στους άνεργους, στους λεπρούς της σπιναλογκίτικης κόλασης, στους φυλακισμένους στα υγρά μπουντρούμια του Ιτζεδίν, της Αίγινας, του Φίρκα κλπ., σ΄αυτούς μιλώ.

Και για σανατόρια έχει μέρος και για λεπροκομείο της ανθρωπιάς και για φυλακές αγροτικές και για δασοκομικές σχολές ανεχτίμητο φυτικό πλούτο.

Για τους σεισμοπαθείς της Χαλκιδικής έχει και ξυλεία οικοδομήσιμη 100 φορές παρά πάνω απ΄όση χρειάζονται και τρόφιμα και ρουχισμό για δεκάδες ολόκληρα χρόνια.

Στο χέρι τους είναι να τα διαθέσουνε όπως νομίζουνε πιο καλά και τίμια, στο χέρι τους και να τα χαραμίσουνε στους φεουδάρχες, που κατοικούνε και λυμαίνονται 10 αιώνες τώρα τη χώρα του Άθω.

Αυτό είναι το περίφημο, το θρυλοτυλιγμένο Άγιον Όρος, η κεφαλή της Ορθοδοξίας. Με την αυριανή ονομασία του: «Βουνό της υγειάς και της επιστήμης».

Θ.ΚΟΡΝΑΡΟΣ

***

 

  1. Ο/Η laskaratos λέει:

    https://roides.wordpress.com/2011/10/10/10oct11/

    Ο μοναχός Νικόδημος ξεσκεπάζει το Άγ.Όρος

    10/10/2011
    ………………………….
    Σε συνέντευξή του στο περιοδικό “Τέταρτο” (Ιούνιος 1985), ο Άρχων Μέγας Μυρεψός του Οικ. Πατριαρχείου Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, συζητώντας για το Όρος, ρώτησε τον δημοσιογράφο, αν του “ρίχτηκε κανένας καλόγερος” και στην καταφατική απάντηση του συνομιλητή του, παρατήρησε: «Και εγώ είδα πολλούς να έχουν σπιτωμένους νέους, δόκιμους».
    ………………………….
    Όμως η συγκλονιστικότερη μαρτυρία για τις ακολασίες μεταξύ Γερόντων και υποτακτικών στο Άγιο Όρος είναι το πρόσφατο αποκαλυπτικό βιβλίο του ζωγράφου και αγιογράφου μοναχού Νικόδημου, τ.Γραμματέα (1978-1982) της Ι.Κοινότητας, «Το ταξίδι ενός αθώου», (εκδ. Λιβάνη-2011). Ομολογώ πως δεν τολμώ να μεταφέρω τις περιγραφές που περιλαμβάνουν δέσιμο με αλυσίδες του ψυχολογικά εξουθενωμένου θύματος πάνω στο κρεβάτι και τη σεξουαλική ασέλγεια μαζί με βασανιστήρια καθώς και την έριδα δυο μοναχών για τη διεκδίκηση του ίδιου νεαρού. Σημειώνω μόνο την παραγγελία του Γέροντα στο μαστροπό-επαγγελματία εραστή καλόγερων: «Βρες μου ένα αγόρι και φερ’το μου για να το έχω και εγώ σου δίνω τώρα 5000 δρχ.». (1972). Σημειώνω επίσης πως όπως προκύπτει από το βιβλίο, οι υποτακτικοί των διάφορων πορνοκαλόγερων, αν δεν είναι ανήλικα φτωχόπαιδα, ορφανά κλπ είναι ή πολύ νέοι άβουλοι ενήλικοι ή σε κάποιο βαθμό ψυχασθενείς, που δεν έχουν το σθένος να αντιδράσουν. Ο καθένας αντιλαμβάνεται πως δεν είναι φυσιολογικό κάποιος κανονικός νέος άνθρωπος να κάνει σε μια ερημιά το σκλάβο κάποιου γέρου. Νομίζω πως σε μια υγιή κοινωνία η δημοσίευση του βιβλίου θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει εισαγγελική έρευνα, διότι είναι σαφές πως η προσωπική του περίπτωση και η περίπτωση ενός ψυχασθενούς νέου που περιγράφει δεν ήταν άγνωστες στο Άγιο Όρος και καθόλου μεμονωμένες .
    …………………………….

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s