Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά (Κώστας Ε. Μπέης) | Lawyalty

στις

Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά

Κώστας Ε. Μπέης

Πρωινή, 4 Οκτωβρίου 1978

Το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει ότι οι Έλληνες συμμετέ­χουν στα φορολογικά βάρη «αναλόγως των δυνάμεων των» Αυτό σημαίνει ότι για την πληρωμή των φόρων μετράνε τα πραγματικά και όχι τα πλασματικά εισο­δήματα των φορολογουμένων. Με την καθιέρωση των αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων, ο νομοθέτης παύει να ενδιαφέρεται για τα πραγματικά εισοδήματα. Αρμέγει τις ενδείξεις, ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι αναξιόπιστες. Έτσι, όμως, η κατανομή των φορολογικών βαρών παύει να γίνεται ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Γίνεται ανάλογα με τα φαινόμενα. Κι αυτό απαγορεύ­εται από το Σύνταγμα.

Εκείνο, όμως, που δικαιολογεί αισθήματα αποκαρδίωσης, είναι το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι για την επιβίωση των αντισυνταγματικών φορολογικών τεκ­μηρίων έδωσαν, με πράξεις και παραλείψεις στην κοινή γνώμη, την πρόδηλη εντύπωση ότι άσκησαν και ασκούν αδίστακτες πιέσεις στους διοικητικούς δικα­στές, για να καταπιούν την πολλαπλή αντισυνταγματικότητα του σχετικού νόμου.

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για την πάταξη της φοροδιαφυγής είναι πια νόμος του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι έπαψαν να έχουν ενδιαφέρον οι συζητή­σεις που γίνονταν ως τώρα γύρω από τις σκοπιμότητες, οι οποίες υπαγόρευσαν το σχετικό νομοσχέδιο, καθώς και γύρω από την καταλληλότητα των μέτρων που καθιερώνονται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Άλλωστε, κανένας δεν αμφισβήτησε ότι η φοροδιαφυγή έχει πάρει απαράδεχτες διαστάσεις και ότι πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα. Οι διαφωνίες περιορίστηκαν στο αν, με τα νέα μέ­τρα, αντιμετωπίζεται η φοροδιαφυγή σε όλη της την έκταση ή αφήνει το μεγαλύ­τερο και σπουδαιότερο μέρος των φοροφυγάδων ακάλυπτο, καθώς και στο αν τα νέα μέτρα περιέχουν κινδύνους αυθαιρεσίας εκ μέρους των εφοριακών υπαλλή­λων.

Με τα νέα μετρά, το κράτος θέλησε να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που έχει στην απόδειξη των πραγματικών ετήσιων εισοδημάτων των φορολογουμέ­νων.

Όταν υπάρχει αντικειμενική δυσκολία για την απόδειξη κρίσιμων γεγονό­των, το δίκαιο καθιερώνει τεκμήρια. Δηλαδή από ευκολοαπόδεικτα γεγονότα αν­τλεί συμπεράσματα για την αλήθεια ή μη και των δυσκολοαπόδεικτων. Αυτό έγι­νε και εδώ. Από τα ευκολοαπόδεικτα γεγονότα της ιδιοκτησίας πάνω σε φανερά περιουσιακά αντικείμενα (σπίτια, αυτοκίνητα, κότερα, κλπ.) ο νομός αντλεί δε­σμευτικά συμπεράσματα για τον δυσκολοαπόδεικτο προσδιορισμό των αληθινών ετήσιων εισοδημάτων.

Η παλιά δικονομία του Μάουερ έκανε διάκριση ανάμεσα σε τεκμήρια μαχητά και αμάχητα. Στην περίπτωση των μαχητών τεκμηρίων, ο νόμος επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να φροντίσει αυτός για τη συλλογή των δύσκολων αποδείξεων, με τις οποίες θα δείξει ότι το συμπέρασμα του τεκμηρίου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτή τη δυνατότητα η παλιά δικονομία απέκλειε στις περιπτώσεις των αμάχητων τεκμηρίων, όπου ήταν απαράδεχτη οποιαδήποτε ανταπόδειξη.

Ο καινούργιος νόμος για την πάταξη της φοροδιαφυγής καθιερώνει αμάχη­τα τεκμήρια για τον προσδιορισμό του φορολογητέου ετήσιου εισοτήματος.

Τώρα λοιπόν που οι κυβερνητικές εισηγήσεις έγιναν νόμος, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μετατίθεται στον τρόπο, με τον οποίο θα ερμηνευτούν και θα εφαρμοστούν οι σχετικές διατάξεις.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει πρωταρχική σημασία το ερώτημα, αν η καθιέρωση αμάχητων τεκμηρίων για τον προσδιορισμό του ετήσιου εισοδήματος των φορο­λογουμένων είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα,

Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο τόσο στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δικαίου, όσο και στο χώρο της φορολογικής δικονομίας

Για να δούμε αν. στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δίκαιου, η καθιέ­ρωση αμάχητων τεκμηρίων είναι αντισυνταγματική, θα πρέπει να εξετάσουμε πρώτα αν το Σύνταγμα βάζει κανένα περιορισμό στο αντικείμενο της φορολογί­ας. Αν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μπορεί να φορολογηθεί ο,τιδήποτε, ακόμη και αντικείμενα που δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα, τότε η φορολόγηση μη υπαρκτής αλλά τεκμαρτής περιουσίας δε θα αντίκειται στο Σύνταγμα. Το αντίθε­το θα συμβαίνει αν το Σύνταγμα περιορίζει το νομοθέτη να φορολογήσει μόνο την υπαρκτή περιουσία. Στην περίπτωση αυτή η φορολόγηση τεκμαρτής περιου­σίας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα είναι αντισυνταγματική Συχνά ακούμε την υπερβολή ότι, με τη φορομπηχτική διάθεση που υπάρχει, σύν­τομα θα φορολογήσουν ακόμη και τον αέρα που αναπνέουμε Λοιπόν αν ο νομο­θέτης έφτανε σ’ αυτήν την υπερβολή, ο σχετικός νόμος θα ήταν μόνο παράλο­γος ή θα ήταν και αντισυνταγματικός;

Την απάντηση δίνει το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίται συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων των».

Είναι φανερό ότι οι «δυνάμεις», στις οποίες αναφέρεται το Σύνταγμα, είναι οι περιουσιακές δυνάμεις, και όχι οι πνευματικές ή οι μυϊκές ή. . . οι ορμονικές δυνάμεις του φορολογουμένου. Αυτό ορίζετο καθαρά στο Σύνταγμα, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αναθεώρηση του 1911: «αναλόγως της περιουσίας». Η αντικατάσταση της φράσης αυτής με την αόριστη διατύπωση «αναλόγως των δυνάμεων» έγινε, όπως μας πληροφορούν οι συνταγματολόγοι, απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί η επιβολή της προοδευτικής φορολογίας Προσθέτουν όμως ότι, και με την καινούργια διατύπωση, «η φράσις «αναλόγως των δυνάμε­ων» σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν πρέπει να ορίζεται αυθαι­ρέτως, αλλ’ εκτιμώμενης της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου» (Σβώλος – Βλά­χος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 1 1954 σελ. 222).

Αρα, αν ο νόμος έχει ως αντικείμενο της φορολογίας τεκμαρτή περιουσία, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ο νόμος αυτός είναι αντισυν­ταγματικός, αφού το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος περιορίζει το νομοθέτη να φορολογεί μόνο την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και μόνο ανάλογα με την πραγματική τους περιουσιακή κατάσταση.

Με τις σκέψεις αυτές, δυο κορυφαίοι συνταγματολόγοι, ο Α. Σβώλος και ο Γ. Βλάχος, καταλήγουν στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Η χρησιμοποίησις μαχητών τεκμηρίων δεν είναι ευκταία, ουδέ πρέπει να επικρατή, αλλά δεν απαγορεύεται. Αντιθέτως δεν είναι δυνατόν, προς την κατά τ’ ανωτέρω συνταγματικήν υποχρέωσιν της εξευρέσεως της φοροδοτικής ικανότητος του πολίτου, να συμβιβασθή η χρησιμοποίησις υπό του νομού αμάχητων τεκμηρίων άλλων, πλην των γενικώς υπό του δικαίου παραδεδεγμένων, ουδέ νομικών πλασμάτων κατά του φορολο­γουμένου, διότι μέθοδος ανεπίδεκτος ανταποδείξεως δεν αποτελεί εξακρίβωσιν των δυνάμεων του πολίτου, αναλόγως των οποίων δέον ούτος να συνεισφέρη» (Σβώλος – Βλάχος, ο.π. σελ 224-225).

Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος που καθιερώνει τον προσδιορισμό της φο­ρολογητέας ύλης με αμάχητα τεκμήρια, αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συν­τάγματος, όταν ο τεκμαρτός προσδιορισμός δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου, την οποία καθιερώνει ως μέτρο το Σύνταγμα.

Ας δούμε τώρα αν η καθιέρωση αμάχητων τεκμηρίων για τον προσδιορισμό του φορολογητέου ετήσιου εισοδήματος είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα στο χώ­ρο της φορολογικής δικονομίας.

Το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «έκαστος δικαιούται εις παροχήν εννόμου προστασίας υπό των δικαστηρίων και δύναται να ανάπτυξη ενώπιον τούτων τας απόψεις του περί των δικαιωμάτων η συμφερόντων του, ως νομός ορίζει».

Πολλοί συγγραφείς τονίζουν ότι η διάταξη αυτή έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο γιατί καθιερώνει ένα απαράγραπτο ατομικό δικαίωμα, αλλά και γιατί συνιστά το θεμέλιο του κράτους – δικαίου. Δίχως την απεριόριστη δυνατότητα του δικα­στικού ελέγχου, η πολιτεία είναι αυτό που λέμε «αστυνομικό κράτος».

Δέχονται ακόμη όλοι οι συγγραφείς ότι η επιφύλαξη «ως νόμος ορίζει» περι­ορίζεται στον καθορισμό της διαδικασίας. Ο νόμος θα μας πει, στο πλαίσιο της επιφύλαξης αυτής, με ποια διαδικασία θα δικάσουν τα δικαστήρια. Δεν μπορεί όμως να προχωρήσει και στην απαγόρευση του δικαστικού ελέγχου σε μια κρίσι­μη περίπτωση. Και τούτο, γιατί, με τη συνταγματική εξουσιοδότηση προς το νο­μοθέτη, αφέθηκε να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες, πως θα ασκείται το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας και όχι η κατάργηση αυτού του δικαιώμα­τος. Άλλωστε το δικαίωμα αυτό της προσφυγής στα δικαστήρια είναι κατοχυρω­μένο και με το άρθρο 6 της σύμβασης της Ρώμης για τα δικαιώματα του ανθρώ­που, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχει μεγαλύτε­ρη τυπική ισχύ από τον κοινό νόμο.

Λοιπόν, ο νόμος που καθιερώνει αμάχητα τεκμήρια για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης εμποδίζει τον φορολογούμενο να εναντιωθεί δικαστι­κώς στα τεκμήρια και να ζητήσει τη δικαστική διάγνωση του ότι η αληθινή φορο­λογητέα ύλη δεν είναι αυτή που ορίζουν τα τεκμήρια, αλλά μια άλλη. Όμως την παρεμπόδιση αυτή του πολίτη να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει δικα­στική προστασία, απαγορεύει στον κοινό νομοθέτη, όπως είδαμε, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε, με την πρώτη ματιά, να αναρωτηθεί ο ανα­γνώστης: Καλά είναι αντισυνταγματικά όλα τα αμάχητα τεκμήρια που καθιερώνει η δικονομία;

Η σύγχρονη δικονομία γνωρίζει ένα μόνο αμάχητο τεκμήριο: το δεδικασμέ­νο των τελεσίδικων αποφάσεων. Αλλά το αμάχητο αυτό τεκμήριο δεν είναι αντι­συνταγματικό, δηλαδή δε στερεί τον ενδιαφερόμενο από το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας. Και τούτο, γιατί, με το δεδικασμένο, δεσμεύονται μό­νο οι διάδικοι, δηλαδή πρόσωπα, στα οποία είχε δοθεί η δυνατότητα να ακου­στούν στο δικαστήριο προτού αποφασίσει. Τρίτοι που δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή, δε δεσμεύονται από το δεδικασμένο και μπορούν να εναντιωθούν με τρι­τανακοπή. Εξάλλου, οι σύγχρονες δικονομίες δεν επανέλαβαν τα αμάχητα απο­δεικτικά τεκμήρια που όριζε το άρθρο 273 της πολιτικής δικονομίας του 1835. Αν, με καινούριο νόμο, επαναφέρονταν τα τεκμήρια αυτά στο μέλλον, ο νόμος αυτός θα ήταν αντισυνταγματικός, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντά­γματος.

Ο πρόσφατος, λοιπόν, νόμος για τη φοροδιαφυγή είναι αντισυνταγματικός, στην έκταση που καθιερώνει αμάχητα τεκμήρια.

Στο σημείο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον το ερώτημα: μήπως μπορεί να πε­ρισωθεί η συνταγματικότητα too νόμου, με το να θεωρηθούν (ερμηνευτικώς) τα καθιερούμενα τεκμήρια όχι αμάχητα, αλλά μαχητά;

Όπως είδαμε, στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δίκαιου, ο Α. Σβώλος και ο Γ. Βλάχος δέχονται ότι η καθιέρωση μαχητών τεκμηρίων για τον προσδιορι­σμό της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος.

Είναι άραγε τα μαχητά τεκμήρια σύμφωνα και (οικονομικώς) με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.

Στο ερώτημα αυτό θα πρέπει βασικά να δοθεί καταφατική απάντηση. Τα μα­χητά τεκμήρια καθιερώνονται άλλοτε για να διευκολύνουν και άλλοτε για να δυ­σκολέψουν την απόδεικη των κρίσιμων γεγονότων, όμως ποτέ για να καταργή­σουν το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας. Γιαυτό δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Υπό έναν όρο: ότι η επιφυλασσομένη δυνατότητα δικαστικής εναντίωσης στο μαχητό τεκμήριο δε θα υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Και αυτό συμ­βαίνει όταν ο ενδιαφερόμενος περιορίζεται στην απόδειξη αρνητικών γεγονό­των. Η απόδειξη των αρνητικών γεγονότων είναι πρακτικώς αδύνατη. Για το λόγο αυτό, στο χώρο της ποινικής δικονομίας, δεν έχει ο κατηγορούμενος το βάρος να αποδείξει την έλλειψη ενοχής του, αλλά ο κατήγορος πρέπει να αποδείξει θετικά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την ενοχή του κατηγορουμένου.

Αν λοιπόν, στο χώρο της φορολογικής δικονομίας, καθιερωθεί μαχητό τεκ­μήριο εις βάρος του φορολογουμένου και κληθεί αυτός να αποδείξει αρνητικώς ότι δεν έχει τα τεκμαιρόμενα μεγάλα εισοδήματα, τότε το τεκμήριο μόνο κατ’ όνομα είναι μαχητό. Στην πραγματικότητα είναι αμάχητο και γιαυτό αντισυντα­γματικό.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο πρόσφατος νομός, με τον οποίο καθιερώθηκαν τα τεκμήρια για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, είναι διπλά αντισυνταγματικός, δηλαδή τόσο στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δικαί­ου, όπου αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, όσο και στο χώρο του δικονομικού δίκαιου, οπού αντίκειται στο άρθρο 20 § i το Συντάγματος.

θα αναρωτηθεί ίσως ο αναγνώστης: Τί αξία έχουν οι διαπιστώσεις αυτές, αφού το σχετικό νομοσχέδιο έγινε ήδη νόμος του κράτους,

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει το άρθρο 93 § 4 του Συντάγμα­τος, το οποίο ορίζει ότι «τα δικαστήρια υποχρεούνται όπως μη εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου αντίκειται προς το Σύνταγμα».

Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι που πιστεύουν ότι ο τεκμαρτός προσ­διορισμός του φορολογητέου ετήσιου εισοδήματος τους δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, δικαίω­μα να προσφύγουν στα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια. Η προσφυγή τους αναστέλλει αυτοδικαίως την αναγκαστική είσπραξη του αμφισβητούμενου φό­ρου. Και τα δικαστήρια, όπως είδαμε, είναι υποχρεωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος, να μην εφαρμόσουν τον αντισυνταγματικό νόμο που καθιερώνει τα αμάχητα φορολογικά τεκμήρια. Διαφορετικά, οι συγκεκριμένοι δι­καστές που δικάζουν έχουν ευθύνη, αστική, για την κακοδικία, και ποινική, για την παράβαση καθήκοντος.

Τόσο εύκολο, λοιπόν, δεν είναι να εφαρμοστούν στην πρακτική τα αντισυν­ταγματικά φορολογικά τεκμήρια του νέου νόμου.

Κι αυτό ισχύει για όλα τα αμάχητα τεκμήρια, που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία, όπως λ.χ. για εκείνο που υποχρεώνει τον αγοραστή να πληρώσει φό­ρο για τη μεταβίβαση του ημιτελούς διαμερίσματος, σαν να ήταν αποπερατωμέ­νο, ακόμη και όταν αποδεικνύεται ότι η αποπεράτωση γίνεται από τον ίδιο τον αγοραστή και όχί από τον πωλητή εργολάβο.

Από εμάς τους ίδιους εξαρτάται, τα δικαστήρια να λειτουργούν ως αληθινοί φρουροί των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, όταν ο κοινός νομοθέτης νομοθε­τεί αγνοώντας ή, ίσως καταστρατηγώντας το Σύνταγμα.

Συνέντευξη

στο Γ. Κρεμμύδα, Τα Νέα, 3 Απριλίου 1980

Υπάρχουν περιπτώσεις που η άμεση απόδειξη κάποιου κρίσιμου γεγονότος είναι αδύνατη. Και τούτο, γιατί το γεγονός που πρέπει να αποδειχθεί είχε συμ­βεί στα κρυφά. Στις περιπτώσεις αυτές προσπαθούμε να πληροφορηθούμε αν έχει συμβεί το κρίσιμο γεγονός μόνο συμπερασματικά. Δηλαδή από τη γνώση άλλων, ευκολοαπόδεικτων, γεγονότων συμπεραίνουμε, με τη βοήθεια της πεί­ρας και της λογικής, ότι πρέπει να έχει συμβεί ή ότι δεν έχει γνώση άλλων, ευκολοαπόδεικτων, γεγονότων.

Ο έμμεσος αυτός τρόπος απόδειξης είναι τα τεκμήρια. Συνήθως, τα συμπε­ράσματα αυτά αντλούνται από το δικαστή. Λ. χ. από την παραμονή της εναγόμε­νης γυναίκας στην γκαρσονιέρα του φίλου της, ο δικαστής τεκμαίρει τη μοιχεία της. Σπανιότερα, η συλλογιστική αυτή γίνεται απευθείας από το νόμο Αυτά είναι τα λεγόμενα νόμιμα τεκμήρια. Για παράδειγμα, αν ο δανειστής δώσει το χρεωστι­κό έγγραφο στον οφειλέτη, ο νόμος συμπεραίνει πως έχει γίνει ήδη εξόφληση του χρέους (άρθρο 424 αστικού κώδικα).

Τόσο στα δικαστικά, όσο και στα νόμιμα τεκμήρια, ο θιγόμενος έχει δικαίωμα να προσπαθήσει ν’ αποδείξει πως τα φαινόμενα απατούν. Τα τεκμήρια δηλαδή είναι μαχητά. Για παράδειγμα: Ο νόμος τεκμαίρει πως το παιδί που γεννήθηκε είναι γνήσιο παιδί του άντρα της μητέρας του, αν γεννηθεί εκατόν ογδόντα μέ­ρες μετά την τέλεση του γάμου τους. Όμως το τεκμήριο δεν είναι αμάχητο Ο καημένος ο άντρας έχει δικαίωμα να εναντιωθεί και να προσπαθήσει ν’ αποδεί­ξει ότι ο παιδί δεν κατάγεται από αυτόν, αλλά από την εξώγαμη ερωτική δραστη­ριότητα της γυναίκας του.

Με αυτή την επιφύλαξη, γίνεται φανερό ότι η καθιέρωση νόμιμων τεκμηρί­ων, για την έμμεση απόδειξη δυσκολοαπόδεικτων γεγονότων, δεν είναι καμιά δικονομική ή συνταγματική ανωμαλία. Γιαυτό και τα φορολογικά τεκμήρια, αν άφηναν τη δυνατότητα της ανταπόδειξης, θα ήταν μια λογική λύση στην προσπά­θεια του κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή.

Η ανωμαλία εντοπίζεται στον αμάχητο χαρακτήρα των φορολογικών τεκμηρί­ων. Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντίθετα με το Σύνταγμα, επειδή νεκρώνουν το θεμελιακό δικαίωμα της δικαστικής ακρόασης και προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος και άρθρο 6 της διεθνούς σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα). Το δικαίωμα αυτό, παλιότερα, δεν ήταν κατοχυρωμένο συνταγματικά. Το Σύνταγμα του 1952 το αγνοούσε.

Ο νομοθέτης ήταν ελεύθερος να αποκλείσει το δικαστικό έλεγχο σε ορισμέ­νες υποθέσεις. Τώρα όμως, το Σύνταγμα του 1975 δεν επιτρέπει τέτοιους περι­ορισμούς.

Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντίθετα όχι μόνο στο Σύνταγμα. αλλά και στη λογική. Γιατί αναγκάζουν το δικαστή να δεχτεί σαν αληθινό κάτι που η ελεύθερη συνείδηση του στο πλαίσιο της ανεπηρέαστης εκτίμησης των αποδείξεων, βρί­σκει πως είναι ψέμμα. Με τα αμάχητα τεκμήρια γίνεται βιασμός της αμερόλη­πτης γνώμης του δικαστή. Για παράδειγμα, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχτεί πως η φοιτήτρια έχει μεγάλα ετήσια εισοδήματα, επειδή έχει ένα αυτοκί­νητο που είχε αγοράσει ο πατέρας της στο όνομα της και της το είχε χαρίσει

Ειδικά, τα αμάχητα φορολογικά τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά και για ένα πρόσθετο λόγο: Το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει ότι οι Έλληνες συμμετέ­χουν στα φορολογικά βάρη «αναλόγως των δυνάμεων των» Αυτό σημαίνει ότι για την πληρωμή των φόρων μετράνε τα πραγματικά και όχι τα πλασματικά εισο­δήματα των φορολογουμένων. Με την καθιέρωση των αμάχητων φορολογικών τεκμηρίων, ο νομοθέτης παύει να ενδιαφέρεται για τα πραγματικά εισοδήματα. Αρμέγει τις ενδείξεις, ακόμη και όταν αποδεικνύεται πως είναι αναξιόπιστες. Έτσι, όμως, η κατανομή των φορολογικών βαρών παύει να γίνεται ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Γίνεται ανάλογα με τα φαινόμενα. Κι αυτό απαγορεύ­εται από το Σύνταγμα.

Βέβαια, σ’ ένα κράτος με αυτοσεβασμό, θα ήταν αδιανόητο τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών να αγνοούν η να μην έχουν το θάρρος vu πουν στον υπουργό τους έγκαιρα ότι το νομοσχέδιο που ετοίμασε είναι αντισυνταγματικό. Αλλά, για τον δικό μας τόπο μπορεί να έχει κανείς κατανόηση. Ξέρουμε δα με τι μέτρα διορίζονται, μετατίθενται προάγονται ή και. εξαναγκάζονται, ρε αποχώρη­ση τα στελέχη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Στο κάτω της γραφής, πάντα βλέπει κανείς με κάποια συμπάθεια την πλάνη του άλλου, αναλογιζόμενος ότι και ο ίδιος μπορεί εύκολα να πλανηθεί, θα μπορούσε ακόμη κανείς να περιμένει από ένα έντιμο κράτος να παραδεχτεί το λάθος του, όταν αποκαλύπτεται η πλά­νη του. Αλλά και αυτό φαίνεται πως είναι πολύ για τα δικά μας δεδομένα.

Εκείνο, όμως, που δικαιολογεί αισθήματα αποκαρδίωσης, είναι το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι για την επιβίωση των αντισυνταγματικών φορολογικών τεκ­μηρίων έδωσαν, με πράξεις και παραλείψεις στην κοινή γνώμη, την πρόδηλη εντύπωση ότι άσκησαν και ασκούν αδίστακτες πιέσεις στους διοικητικούς δικα­στές, για να καταπιούν την πολλαπλή αντισυνταγματικότητα του σχετικού νόμου. Με τον τρόπο αυτό, το κύρος των διοικητικών δικαστηρίων τραυματίστηκε βά­ναυσα. Αυτό φάνηκε από τους λόγους, για τους οποίους ζητήθηκε η εξαίρεση και εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη σύνθεση του δικαστηρίου ο πρόεδρος του διοικητικού εφετείου Αθηνών, όπως έγραψαν την περασμένη Παρασκευή τα «ΝΕΑ»

Αν ο κόσμος πάψει να έχει εμπιστοσύνη ακόμη και στους δικαστές, τότε ποιες δυνάμεις απομένουν για να συντηρήσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία

http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=22743

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: